Θεόδωρος Ζαχαριάδης*
Οι σοβαρές πυρκαγιές των τελευταίων ημερών συνοδεύτηκαν φυσικά από θλίψη για την απώλεια ζωών, τους τραυματισμούς και την καταστροφή, καθώς και από εκτιμήσεις για τις οικονομικές ζημίες που υπέστησαν οι πληγέντες. Επιπλέον, επιστήμονες και περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφέρθηκαν στις μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες των πυρκαγιών, οι οποίες είναι μεν φυσικά φαινόμενα και πάντοτε θα συμβαίνουν, όμως οι επιπτώσεις τους επιβαρύνονται πολύ από ανθρώπινες παρεμβάσεις που πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες πυρκαγιάς, επιδεινώνουν τις επιπτώσεις της και συχνά εμποδίζουν την αρμονική αποκατάσταση της φύσης μετά από μια καταστροφή.
Μεταξύ άλλων, η καταστροφή δασών ή και χαμηλότερης βλάστησης καταστρέφει την αντιδιαβρωτική και αντιπλημμυρική προστασία που παρέχουν τα δάση και οι καλλιέργειες, και οδηγεί σε απώλεια βιοποικιλότητας που επηρεάζει τη γενικότερη ισορροπία (λ.χ. θα μπορούν να επιτελέσουν το έργο τους οι μέλισσες μέσα στα καμένα; θα υπάρχει χώρος για να ζήσουν και φυσική τροφή για ζώα και μικρούς οργανισμούς;). Τέτοιες επιπτώσεις δεν μπορούν εύκολα να εκφραστούν σε χρηματικούς όρους γιατί δεν καταστρέφουν άμεσα μια περιουσία, αλλά επηρεάζουν έμμεσα και μεσοπρόθεσμα την ποιότητα της ζωής όλων μας, μέσω της ποσοτικής και ποιοτικής επιδείνωσης των εδαφών, του νερού, των τροφίμων και του αέρα, καθώς και της αυξημένης πιθανότητας για πλημμύρες.
Έτσι, αντίθετα, από τις άμεσες οικονομικές ζημίες της πυρκαγιάς που μπορούν να εκτιμηθούν συγκεκριμένα (δαπάνες για επανακατασκευή ή συντήρηση υποδομών, κατοικιών και μνημείων, αποζημιώσεις για την επαναφορά καλλιεργειών και για την απώλεια εισοδήματος από προϊόντα), η έμμεση – αλλά απολύτως υπαρκτή – περιβαλλοντική ζημία ξεχνιέται. Θυμόμαστε με μια ποιοτική αναφορά τα περιβαλλοντικά οφέλη από τις υπηρεσίες που μας παρέχει η φύση, αλλά πολύ συχνά αγνοούμε το οικονομικό κόστος στην κοινωνία όταν χάσουμε αυτές τις υπηρεσίες, επειδή αυτό το κόστος δεν απεικονίζεται άμεσα σε λογιστικά βιβλία ή στον κρατικό προϋπολογισμό.
Δεν υπάρχει, απ’ όσο γνωρίζω, εκτίμηση της οικονομικής αξίας των δασών και των οικοσυστημάτων στην Κύπρο. Είναι όμως χρήσιμο να αξιοποιήσουμε στοιχεία από άλλες μεσογειακές χώρες. Η Ακαδημία Αθηνών δημοσίευσε το 2023 μια πολύ αναλυτική μελέτη σχετικά με την «Ανθεκτικότητα των Ελληνικών Δασικών Οικοσυστημάτων στην Κλιματική Αλλαγή» – εύκολα μπορεί να τη βρει κανείς στο διαδίκτυο. Αν προσαρμόσει κανείς τα στοιχεία στα κυπριακά δεδομένα, όπως θα εξηγήσουμε σύντομα σε μελέτη μας για το συνολικό κόστος της κλιματικής αλλαγής στην Κύπρο, προκύπτει ότι η αξία των υπηρεσιών που μας παρέχουν τα οικοσυστήματα που καταστρέφονται από πυρκαγιές – και που δεν μετριούνται με όρους της αγοράς – κυμαίνεται μεταξύ 1000-2000 Ευρώ ανά εκτάριο. Ναι, οι αβεβαιότητες είναι μεγάλες σε τέτοιου είδους οικονομικές εκτιμήσεις, αλλά καλύτερα να έχεις μια ένδειξη του πιθανού μεγέθους της ζημιάς παρά να την αγνοήσεις επειδή δεν καταγράφεται λογιστικά.
Δεδομένου ότι, όπως ανακοίνωσε η ευρωπαϊκή υπηρεσία Copernicus, η έκταση της πυρκαγιάς ήταν περίπου 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή 10.000 εκτάρια, καταλήγουμε ότι οι ζημιές που δεν αποτυπώνονται λογιστικά μπορεί να φτάνουν τα 10-20 εκατομμύρια Ευρώ. Σε σχέση με τις χειροπιαστές ζημιές που θα αποκατασταθούν άμεσα, είναι μεγάλο ή μικρό αυτό το ποσό; Πάντως δεν είναι αμελητέο.
Αφού αυτά τα 10-20 εκατομμύρια δεν βγαίνουν αμέσως από τις τσέπες των πολιτών ή του κράτους, πού και πότε θα τα πληρώσουμε; Θα τα πληρώσουμε μέσα στα επόμενα χρόνια, σε ιατρικές δαπάνες για κάποιους συμπολίτες που επηρεάστηκε η υγεία τους, σε αντιπλημμυρικά έργα που θα οφείλονται μεταξύ άλλων στις πυρκαγιές αυτές, σε αυξημένες δαπάνες των πολιτών για να πάνε εκδρομές σε πιο απομακρυσμένα μέρη που δεν επηρεάστηκαν από τη φωτιά, σε αυξημένη τιμή ή και μειωμένη ποιότητα σε κάποια γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα κλπ.
Η φύση είναι τόσο πολύπλοκη και αποτελείται από τόσο διαφορετικά αλλά αλληλεξαρτώμενα στοιχεία, που είναι δύσκολο να αποδώσουμε μια μελλοντική δαπάνη σε μια συγκεκριμένη απώλεια οικοσυστήματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι ζημιές αυτές δεν υπάρχουν. Και προφανώς, η πρόληψη είναι η καταλληλότερη προσέγγιση – στην περίπτωση των πυρκαγιών, η πρόληψη θα αφορά την αντιπυρική προστασία, την καλλιέργεια της γης, την ελεγχόμενη βόσκηση και άλλα μέτρα που θα τα αναφέρουν οι ειδικοί. Αδύνατο να προληφθούν όλες οι φυσικές καταστροφές. Όπως όμως θα δείξουμε και στην επικείμενη ανάλυση που θα δημοσιοποιηθεί σε λίγες μέρες, τα προληπτικά μέτρα για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή είναι τουλάχιστον 3-4 φορές φτηνότερα από τις ζημιές που θα μας δημιουργήσει η ανεξέλεγκτη κλιματική κρίση. Όσες αβεβαιότητες κι αν έχουν τέτοιοι υπολογισμοί, δεν νομίζετε πως αξίζει;
*Ο Θεόδωρος Ζαχαριάδης είναι Καθηγητής στο Ινστιτούτο Κύπρου.



